Η επικοινωνία στο ζευγάρι

Βαϊζίδου Χριστίνα, Ψυχίατρος- Ψυχοθεραπεύτρια

Πολλές φορές στην καθημερινότητα αλλά και στην ψυχοθεραπευτική πράξη αναρωτήθηκα αν είναι άραγε εφικτή και ρεαλιστική η συνύπαρξη δύο ανθρώπων στα πλαίσια μίας σχέσης χωρίς να οδηγούνται περιοδικά σε καβγάδες. Αξίζει να ανατρέξουμε ο κάθε ένας σε μία δική του σχέση και να προσπαθήσει να απαντήσει το ερώτημα, πόσες διενέξεις έγιναν για κάποιον ουσιαστικό λόγο και πόσες ουσιαστικά προέκυψαν από έλλειψη επικοινωνίας και κατανόησης.

Έρευνες έχουν δείξει ότι τόσο η ποσότητα, όσο και η ποιότητα της επικοινωνίας μπορούν να καθορίσουν την προσαρμογή και την ικανοποίηση μέσα σε μία σχέση (Hobart & Klausner, 1959. Navran, 1967. Locke, 1951). Με τον όρο καλή επικοινωνία εννοούμε τη “συζήτηση και ακρόαση με τρόπο που να προωθεί την αμοιβαία κατανόηση και, στην ιδανική περίπτωση, την αμοιβαία λύση προβλημάτων” (Dattilio & Padesky, 1995).

Το πιο συχνό φαινόμενο στις συνεδρίες των ζευγαριών είναι μία ατέρμονη διαφωνία επί παντός επιστητού, κατά τη διάρκεια της έκφρασης της οποίας κανένας από τους συμμετέχοντες δεν ακούει τον άλλο. Σπεύδουν να κριτικάρουν, να νιώσουν θιγμένοι και να οδηγηθούν σε περαιτέρω αντιθέσεις και παραμένουν εν τέλει “χαμένοι στη μετάφραση”, σε ένα δυσλειτουργικό τρόπο επικοινωνίας.

Η επιθετική και επικριτική στάση του ενός, οδηγεί αυτόματα πολλές φορές σε αμυντική στάση του άλλου, ο οποίος προσπαθεί με τον τρόπο αυτό να προστατέψει την αυτοεκτίμησή του. Οι σύντροφοι κρίνουν και χαρακτηρίζουν και εμπλέκονται έτσι σε ένα παιχνίδι εξουσίας με εκατέρωθεν άμυνα και επίθεση. Ο αμυνόμενος σταματά ουσιαστικά να ακούει όσα λέμε και επιτίθεται με δικούς του χαρακτηρισμούς, που στόχο έχουν πλέον να πληγώσουν και όχι να προωθήσουν τη συζήτηση ενώ παράλληλα αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν. Μειώνουμε ουσιαστικά τον συνομιλητή μας για να βρεθούμε εμείς σε ανώτερη θέση. Στηρίζουμε την υπεροχή μας, όχι στα λογικά επιχειρήματα αλλά στην υποτίμηση του ανθρώπου που υποτίθεται ότι αγαπάμε. Όσο πιο έντονη είναι η προϋπάρχουσα ανασφάλεια του ενός συντρόφου ή η ταύτιση της διαφωνίας με την επίθεση λόγω πρότερων αρνητικών εμπειριών, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να αντιδράσει υπεραμυντικά.

Πολύ συχνά, τα άτομα τείνουν στα πλαίσια ενός καβγά και στα πλαίσια μίας τάσης γενίκευσης, να αποδίδουν το πρόβλημα που προκύπτει, όχι στην πραγματική αιτία, αλλά σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του συντρόφου, προσδίδοντας τους αντίστοιχους χαρακτηρισμούς, π.χ. είσαι υπερβολικός, ανεύθυνος. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε περαιτέρω κλιμάκωση, καθώς θίγεται ένα θεμελιακό αξίωμα που αφορά στον πυρήνα της προσωπικότητας του ατόμου ενώ παράλληλα, το ζευγάρι απομακρύνεται από την προσέγγιση και την επίλυση του προβλήματος.

Ένα επιπλέον πρόβλημα επικοινωνίας έγκειται στην ερμηνεία των δεδομένων, στην οποία προβαίνει ο κάθε ένας. Τα μέλη ενός ζευγαριού έχουν την αυθόρμητη τάση να ερμηνεύουν τα λεγόμενα του άλλου και τα γεγονότα με βάση ένα προσωπικό σύστημα “αποκωδικοποίησης”, με αποτέλεσμα πολλές φορές, τα μηνύματα που περνιούνται να απέχουν εν τέλει από τα αρχικώς εννοούμενα. Η αποκωδικοποίηση των πληροφοριών συντελείται μέσα από τις πεποιθήσεις, τις αξίες και τους κανόνες που μας διέπουν και που συχνά προέρχονται από την οικογένεια καταβολής μας και από προηγούμενες εμπειρίες, και μπορεί έτσι να οδηγήσει σε παρερμηνείες και υπερβολικές αντιδράσεις. Η μεγάλη συναισθηματική φόρτιση οδηγεί συχνά σε γνωσιακές παραποιήσεις.

Επιπλέον, οι γυναίκες έχουν την τάση αλλά και την ικανότητα να προσεγγίζουν ένα πρόβλημα μέσω μιας πιο αναλυτικής συναισθηματικής σκέψης ενώ οι άνδρες επικεντρώνονται κυρίως στην πρακτική πλευρά των ζητημάτων που ανακύπτουν.

Πολλοί σύντροφοι έχουν την τάση να αποφεύγουν τη συζήτηση ή να απομονώνονται και να κλείνονται στον εαυτό τους. Εκφράζουν κατά αυτόν τον τρόπο μία τάση παθητικής εκδίκησης προς το σύντροφο και ταυτόχρονα συνεχίζουν παθητικοεπιθετικά τη διαφωνία, μέσω της απομάκρυνσης, της καταπίεσης έκφρασης του άλλου και εν τέλει την αίσθηση παραμέλησης των αναγκών του συντρόφου, που ενισχύει την ένταση και την ανασφάλεια.

Οι συγκρούσεις στα ζευγάρια είναι συνήθως συγκρούσεις αναγκών, παρόλο που ξεκινούν από φαινομενικά ασήμαντες αφορμές. Πίσω από τα μηνύματα που όντως εκφράζονται κρύβονται βαθύτερα και ουσιαστικά μηνύματα που πασχίζουν να εισακουστούν. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα και άρα και τα μηνύματα που εκφράζονται, διαδέχονται το ένα το άλλο σε μία ατέρμονη διαφωνία, η οποία συνήθως καταλήγει στη γένεση ενός σοβαρού προβλήματος προς επίλυση. Π.χ. μία διαφωνία που μπορεί να ξεκινά από το ότι ο ένας από τους δύο άργησε να γυρίσει στο σπίτι ή δεν τηλεφώνησε, μπορεί να καταλήξει στην έκφραση του βαθύτερου προβλήματος ότι ο άλλος νιώθει ουσιαστικά παραμελημένος. Αξίζει να αναρωτηθούμε πόσο διαφορετικά θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί μία τέτοια διαφωνία, αν ξεκινούσε με την απλή και ειλικρινή έκφραση “μου λείπεις” ή “νιώθω να απομακρυνόμαστε”.

Η υγιής επικοινωνία γενικά είναι εν τέλει αυτή που βοηθά τις σχέσεις να εξελίσσονται και να έχουν μια διαχρονική σταθερότητα. Ακόμη και η χρονική στιγμή που θα επιλέξουμε να επικοινωνήσουμε με τον συνομιλητή μας μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία ή την αποτυχία της επικοινωνίας. Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι ο τρόπος με τον οποίο θα απευθυνθούμε στον άλλο.

Αυτό που επιθυμούμε συνήθως είναι να έχουμε δίκιο και αυτό προσπαθούμε να εκμαιεύσουμε από τον/την σύντροφό μας. Το ουσιαστικά σημαντικό όμως σε μία σχέση δεν είναι να συμφωνήσουν οι σύντροφοι αλλά να ακούσουν ο ένας τον άλλο, να μάθουν τι σκέφτεται, τι πιστεύει, τι νιώθει, να προσπαθήσουν να δουν τον κόσμο και το πρόβλημα μέσα από τα δικά του μάτια, κατανοώντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο άλλος σαν άνθρωπος και το πλαίσιο αναφοράς του. Η αίσθηση της ακρόασης και της κατανόησης παρέχει ήδη το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που ο σύντροφος αποζητούσε και δρα ανακουφιστικά, καθώς δηλώνει ξεκάθαρα τη διαθεσιμότητα του συντρόφου. Η προσεκτική ακρόαση χωρίς να διακόπτουμε και χωρίς να προετοιμάζουμε τη δική μας απάντηση είναι το θεμέλιο της υγιούς επικοινωνίας. Πρόκειται, αν το προεκτείνουμε, για μια αίσθηση αποδοχής της επιθυμίας σου, της σκέψης σου, της άποψής σου, αυτού που είσαι.

Κατανοώ δε σημαίνει συμφωνώ. Η ικανότητα κατανόησης όμως δείχνει ότι το άτομο νιώθει ότι βρίσκεται σε μια θέση ασφάλειας και αυτοπεποίθησης, ώστε να μη φοβάται ότι βάλλεται, όταν εκφραστούν προβλήματα και διαφωνίες. Μέσα από αυτό το πλαίσιο ηρεμίας και και ασφάλειας είναι σε θέση να ακούσει ενεργητικά το σύντροφό του, αποδεχόμενος ότι έχει δικαίωμα να εκφράζει τη θέση του χωρίς αυτό να έχει καταστροφικές συνέπειες για την αυτοεικόνα του αλλά ούτε και για τη σχέση και αποφεύγοντας έτσι την αμυντική στάση επίθεσης. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, ο σύντροφος οφείλει να στρέψει την προσοχή και μέσα του και να αναρωτηθεί μήπως η αντίδρασή του οφείλεται σε εσωτερικές ανασφάλειες που πυροδοτούνται από τον καυγά και όχι στο περιεχόμενο αυτού.

Σε δεύτερο χρόνο μπορούμε να μιλήσουμε για τη δική μας άποψη και επιθυμία, προσδοκώντας και ελπίζοντας στην ανταπόδοση της επικοινωνιακής συμπεριφοράς που επιδείξαμε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προωθείται ο διάλογος και η συζήτηση έναντι των παράλληλων μονολόγων, που γίνονται συνήθως μέσα σε μία σχέση.

Το ζευγάρι οφείλει να αντιληφθεί ότι πέρα από τα ατομικά φίλτρα, καλείται να διαμορφώσει και μία κοινή “βάση δεδομένων”, στηριζόμενη στην αυτογνωσία αλλά και στην ικανότητα του ενός να λαμβάνει υπόψη του την οπτική του άλλου. Μέσα από κάθε πληροφορία που εκφράζεται σε έναν καυγά, ο/η σύντροφος μεταφέρει και πολλές άλλες, που αφορούν π.χ. στις προσδοκίες του, στους φόβους του, στις επιθυμίες του. Η κοινή βάση δεδομένων καλείται να συμπεριλάβει τις γνώσεις του ενός για τον άλλο, ώστε να αποκρυπτογραφούνται πιο εύκολα τα κρυφά μηνύματα.

O Αμερικανός ψυχίατρος Aaron Beck δίνει τις εξής οδηγίες αποτελεσματικής συζήτησης (Beck, 1996):

  • Συντονιστείτε στο κανάλι του συντρόφου σας.
  • Δείξτε ότι ακούτε αυτά που σας λέει.
  • Μη διακόπτετε.
  • Κάντε αποτελεσματικές ερωτήσεις.
  • Χρησιμοποιήστε διπλωματία και διακριτικότητα.

Μόνο όταν αντιμετωπίσουμε ο ένας τον άλλο ως σύμμαχο και όχι ως αντίπαλο μπορούμε να θεμελιώσουμε μία ουσιαστικά επικοινωνία. Εκφράστε λοιπόν λεκτικά τα συναισθήματά σας, ώστε να γίνουν κατανοητά από το σύντροφο σας και χωρίς να απολογηθείτε για αυτά. Μη θεωρείτε ως δεδομένο ότι γνωρίζει πως νιώθετε. Εκφράστε τις επιθυμίες σας και όχι αυτό που “θα έπρεπε” να είχε καταλάβει ή κάνει ο άλλος. Σημασία έχει πως νιώθει ο κάθε ένας και όχι το να κατηγορήσει τον άλλο. Έχει μεγάλη διαφορά το αν θα πούμε “νιώθω παραμελημένος” ή “με παραμελείς”, γιατί το συναίσθημά σας δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς, ακόμη κι αν εν τέλει δεν έχει αντικειμενικό λόγο ύπαρξης. Παραδεχτείτε τα λάθη σας και ζητήστε συγγνώμη. Ο εγωισμός δηλητηριάζει τη σχέση και η αναγνώριση έστω και μεριδίου προσωπικής ευθύνης είναι πάντα δείγμα ωριμότητας.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η επικοινωνία αποτελεί θεμέλιο λίθο της ταυτότητας μίας σχέσης και ότι χτίζεται στην πορεία αυτής, καθώς οι σύντροφοι γνωρίζονται μεταξύ τους και πλησιάζουν ο ένας τον άλλο. Είναι το αποτέλεσμα αμοιβαίων υποχωρήσεων και το σημείο συνάντησης των δύο συντρόφων, που μπορεί να οδηγήσει στην εξέλιξη της σχέσης και να την κρατήσει ζωντανή.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

  • Beck A. (1996). Δεν αρκεί μόνο η αγάπη. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.
  • Ainsworth, M. S., Blehar, M. C., Waters, E., & Wall, 5. (1978). Patterns of attachment: A psychological study of the Strange Situation. Hillsdale, NJ: Erlbaum.
  • Gottman, J.; Silver, N. (1999). The Seven Principles for Making Marriage Work. Crown Publishers imprint – Three Rivers Press.
  • Satir M. Virginia. (1995). Making Contact. Celestial Arts.
  • Guerney, B.G. (1996). Βελτίωση σχέσεων. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς