Ηλικιακά στερεότυπα και ψυχολογία

Βαϊζίδου Χριστίνα, Ψυχίατρος- Ψυχοθεραπεύτρια

Κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχει άνθρωπος στην πλάση, ο οποίος δεν προβληματίστηκε έστω μία φορά στη ζωή του για το γεγονός ότι “μεγαλώνει”. Τα γενέθλια είναι μια μέρα με εξέχουσα συναισθηματική φόρτιση, θετική ή αρνητική, και προκαλεί ποικίλες σκέψεις γύρω από την έννοια του χρόνου. Είναι κάποιος σύγχρονος 50άρης νέος ή γέρος; Πότε σταματάμε να είμαστε “νέοι”; Νιώθουμε όσο είμαστε; Έχουμε κάνει όσα θα θέλαμε ή όσα θα “έπρεπε” να έχουμε κάνει στην ηλικία μας;

Πέρα από τα προσωπικά κριτήρια του καθενός, υπάρχει και μία πληθώρα κοινωνικών στερεοτύπων όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο θα “έπρεπε” να διαμορφώνεται η ζωή σε διάφορα ηλικιακά στάδια. Η ελληνική κοινωνία, ούσα αισθητά πιο συντηρητική από σύγχρονες κεντρο- ή βορειοευρωπαϊκές βρίθει τέτοιων ηλικιακών στερεοτύπων, όπως και η ελληνική οικογένεια, που αποτελεί την αντανάκλαση αυτής. Ο ηλικιακός αυτός “ρατσισμός” είναι ένας δείκτης όλων των φανερών ή συγκεκαλυμμένες στεγανών και αντιλήψεων που αφορούν στις προδιαγραφές που πρέπει να πληροί το άτομο και η ζωή του.

Η δεκαετία των 20 ξεκινά με την προσδοκία των σπουδών και οι απαιτήσεις δεν αφορούν σε συμπεριφορικά πρότυπα, παρά μόνο στην εκπνοή της, “στο χείλος των 30”.

Η δεκαετία των 30 εξακολουθεί να είναι φορτωμένη ενδεχομένως από τις περισσότερες κοινωνικές επιταγές- απαιτήσεις: Θα έπρεπε να έχεις βρει δουλειά, να έχεις βρει σύντροφο, να έχεις οικογένεια. Να ξέρεις τι θέλεις, να έχεις “σοβαρευτεί”, να είσαι ρεαλιστής, να μην ονειροβατείς, να μην είσαι “ανώριμος”, να έχεις κατασταλάξει. Πρόκειται για φράσεις και προσδοκίες που συχνά φορτώνουν τους ανθρώπους με το βάρος της απογοήτευσης και με έντονο άγχος, καθώς αισθάνονται μία επίπλαστη αποτυχία σε περίπτωση που δεν πληρούν τις προδιαγραφές. Το χειρότερο όλων είναι ότι το αίσθημα αυτό δεν αφορά πολλές φορές στην αποτυχία ως προς τα προσωπικά θέλω αλλά ως προς τις προσδοκίες του οικογενειακού και γενικότερα του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Η δεκαετία των 40 κρύβει ακόμη ένα πέπλο γήρατος με βάση την ελληνική κοινωνία. Ο κόσμος αναρωτιέται γιατί δεν παντρεύτηκες ακόμη, φοβάται ότι μεγάλωσες, αγχώνεται για την επαγγελματική σου αποκατάσταση.

Τα παραδείγματα πάμπολλα και συνεχίζονται με αντίστοιχο τρόπο. Στα 50 δεν πρέπει να φοράς βερμούδα και να ξενυχτάς, στα 60 πρέπει να είσαι “σοβαρός” και ούτω καθεξής. Οι χαμηλές επαγγελματικές αποδόσεις αποδίδονται στην ηλικία ενώ στους νεότερους αποδίδεται συχνά ανευθυνότητα ή αφέλεια. Τα χρόνια που παρήλθαν από τη στιγμή της γέννησης φαίνονται εντελώς αυθαίρετα να γνωμοδοτούν για το ποιόν του ατόμου, να καθορίζουν την εμφάνιση που πρέπει κάποιος να προτιμά, να δαιμονοποιούν τη μουσική που ακούει και να προσδιορίζουν αυτήν που οφείλει να ακούει, να επιβάλλουν τις παρέες και τα στέκια που αρμόζουν.

Ακόμη και η ερωτική ζωή μπαίνει σε καλούπια, καθώς θεωρείται ότι στα 20 θέλεις να φλερτάρεις εφήμερα και στα 30 να παντρευτείς και να κατασταλάξεις. Η σεξουαλικότητα και η επιλογή συντρόφου γίνονται αντικείμενο κριτικής. Το επακόλουθο αυτού είναι ότι αναμένεται να επέλθουν και οι άλλες αλλαγές: παντρεύεσαι, κάνεις παιδιά και “αλλάζεις”. Δε θέλεις πια να βγαίνεις, να ξενυχτάς, να μιλάς με φίλους για άσχετα θέματα, να ταξιδεύεις.

Ο όρος ageism αναφέρθηκε για πρώτη φορά από το γιατρό- γεροντολόγο Robert Butler, ο οποίος αναφερόταν στον ηλικιακό ρατσισμό προς την τρίτη ηλικία, περιγράφοντας έτσι τις συστηματικές στερεοτυπικές αντιλήψεις και διακρίσεις απέναντι στους ανθρώπους επειδή μεγαλώνουν. Η λέξη ageism εμπεριέχει μέσα της έννοιες, όπως προκαταλήψεις και διακρίσεις και αφορά σε πρακτικό επίπεδο κάθε ηλικιακή ομάδα.

Τα στερεοτυπικά πρότυπα σε σχέση με την ηλικία εσωτερικεύονται από μικρή ηλικία, καθώς μεγαλώνουμε επηρεαζόμενοι από το συλλογικό ασυνείδητο, όπως αυτό εκφράζεται σε οικογενειακό ή ευρύτερα κοινωνικό επίπεδο. Τα πρότυπα αυτά δεν αργούν να εκφραστούν τόσο ως προς τον ίδιο τον εαυτό όσο και ως προς τους άλλους. Τα άτομα «ενδοβάλλουν» τις κυρίαρχες άποψεις, πολλές από τις οποίες πλήττουν εν τέλει την αυτοεικόνα τους.

Τα ηλικιακά στερεότυπα κουβαλούν στην πραγματικότητα μία τεράστια και αναπάντητη υπαρξιακή ανησυχία. Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται μεγαλώνοντας την έννοια του χρόνου και αρχίζουν να ανησυχούν για την απώλεια ικανοτήτων και – συνειδητά ή ασυνείδητα- για το θάνατο. Το σίγουρο είναι ότι οι καταδικαστικές αυτές αντιλήψεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ελάχιστη ανεκτικότητα των παλαιών αυτών κοινωνικών προτύπων είναι δηλωτική τυποποιημένων πεποιθήσεων και προσωπικών ανασφαλειών.

Οι ψυχολόγοι έχουν απαξιώσει εν μέρει την αξία της χρονολογικής ηλικίας, εστιάζοντας στην έννοια της ψυχολογικής ηλικίας. Πρόκειται για την ηλικία που κάποιος αισθάνεται ότι έχει και με βάση την οποία ενεργεί και συμπεριφέρεται, η οποία δεν είναι απαραιτήτως ίση με τη βιολογική ηλικία. Διαφορετικά άτομα στην ίδια ηλικιακή ομάδα μπορεί να ενεργούν διαφορετικά, επειδή έχουν διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικό επίπεδο ωριμότητας ή απλά διαφορετικά θέλω.

Η ψυχολογική ηλικία προσδιορίζεται με βάση τη γνωστική λειτουργία της μνήμης και της μάθησης αλλά και με βάση τη συναισθηματική λειτουργικότητα, όσον αφορά στην ικανότητα διαχείρισης συναισθημάτων. Η μικρότερη ψυχολογική ηλικία συνεπάγεται π.χ. περισσότερες συναισθηματικές μεταπτώσεις, με αποτέλεσμα ενδεχομένως μια πιο χαοτική ζωή και άρα ένα “τίμημα” έναντι της ωριμότητας της μεγαλύτερης ηλικίας.

Έρευνες που περιστρέφονται γύρω από το ζήτημα του ηλικιακού ρατσισμού έχουν φτάσει στο συμπέρασμα πως η προβολή αρνητικών στερεοτύπων σε ένα άτομο οδηγεί σε μειωμένη απόδοση, οδηγώντας έτσι εν μέρει στο συμπέρασμα πως για τη «γήρανση» δεν είναι υπεύθυνο μόνο το έτος γέννησης αλλά και η στερεοτυπική σκέψη, που δεν αφήνει το άτομο ελεύθερο να ζήσει όπως ονειρεύεται.

Τα ηλικιακά στερεότυπα αποτελούν εξαιτίας αυτού πολύ συχνά θέμα στις ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες. Η αντιμετώπισή τους προκύπτει μέσα από ένα ταξίδι αυτογνωσίας, κατά τη διάρκεια του οποίου το άτομο ανακαλύπτει τον εσωτερικό του κόσμο, τα θέλω, τα όνειρα, τα πιστεύω, τις στάσεις και τις πεποιθήσεις που είναι ουσιαστικά δικές του.

Οι θεραπευόμενοι καλούνται να αναγνωρίσουν τη φωνή που υπαγορεύει τα ηλικιακά πρέπει και να την ταυτοποιήσουν ως δική τους ή ως εκείνη ενός υποβολέα που καταδεικνύει τις κοινωνικά αποδεκτές επιλογές.

Χρειάζεται δουλειά για να συνειδητοποιήσει κάποιος ότι έχει δικαίωμα να σπουδάσει ξανά στα 40 αν συνειδητοποίησε πως το επάγγελμα που διάλεξε κάποια στιγμή δεν του ταιριάζει, πως έχει δικαίωμα να ερωτευτεί στα 60 ή να μη θέλει να κάνει παιδιά στα 30, πως έχει δικαίωμα να θέλει μια ζωή να ταξιδεύει ή να χοροπηδάει σε ροκ συναυλίες. Οι αυτοπεριοριστικές πεποιθήσεις είναι αυτές που δεν αφήνουν τα άτομα να κάνουν ουσιαστικά βήματα στη ζωή τους και πρέπει να αμφισβητηθούν και να αντικατασταθούν με νέες. Τα “σωστά” και τα “πρέπει” πνίγουν πολλές φορές τα “θέλω” και οι θεραπευόμενοι καλούνται να τολμήσουν να βρουν τον εαυτό τους: να ντυθούν όπως θέλουν, να χοροπηδάνε ακόμη και αν λαχανιάζουν, να τραγουδήσουν ακόμη κι αν βραχνιάζουν.

Αν σκεφτούμε όλα τα παραπάνω, θα συνειδητοποιήσουμε πως η ηλικία είναι κάτι πιο σύνθετο από μια βιολογική κατηγορία. Αποτελείται από διάφορες συντεταγμένες ζωής, είναι δείκτης γεγονότων, εμπειριών, αποφάσεων και επιλογών. Και αυτές οφείλουν να είναι με τη σειρά τους προϊόν επιθυμιών και των προσωπικών μας πρέπει και όχι δέσμιοι των κοινωνικών συμβάσεων και επιταγών.


Άλλοι αλλάζουν, εγώ μόνο μεγαλώνω. Σκέτη ζωή, χωρίς να γίνομαι ένας άλλος. Άλλοι κερδίζουνε τη μάχη με το χρόνο. Μονάχα εγώ έχω στα χέρια αυτό το βάρος.” (Μιλτιάδης Πασχαλίδης)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *