Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη;- Μέρος πρώτο

ή

Κοινωνικά πρότυπα σχέσεων και η επίδραση στην ψυχολογία του ατόμου

ή

Μία σπουδή πάνω στον «Αστακό»

«Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη,τι είν’ αυτό, τι είν’αυτό, που κρυφά τις καρδιές οδηγεί κι όποιος το `νιωσε το νοσταλγεί; Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη, τι είν’ αυτό, τι είν’αυτό; Γέλιο, δάκρυ, λιακάδα, βροχή; Της ζωής μας και τέλος κι αρχή; Ποτέ ποτέ κανένα στόμα δεν το `βρε και δεν το `πε ακόμα…»

Παρακολουθώντας την ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, η σκέψη μου σταμάτησε σε δύο ζητήματα, το πρώτο εκ των οποίων είναι ο τρόπος με τον οποίο τα μακροκοινωνικά πρότυπα και οι μικροκοινωνικές προσδοκίες π.χ. της οικογένειας ή και του ευρύτερου κύκλου γνωστών και φίλων σχετικά με τις σχέσεις των δύο φίλων επηρεάζουν και μπορούν να καθορίσουν τις επιλογές, την ερωτική ζωή και τελικά σε μεγάλο βαθμό τη γενική ψυχολογία του ατόμου.  

Η ιστορία της ταινίας διαδραματίζεται σε μια κοινωνία, όπου η μοναχικότητα είναι απαγορευμένη και η συνύπαρξη με κάποιο άλλο άτομο ως ζευγάρι αναγκαιότητα. Γύρω από αυτό επικρατούν άκαμπτοι, απολυταρχικοί κανόνες, που δεν αφήνουν παρά ελάχιστο περιθώριο ανάπτυξης της ατομικότητας, των συναισθημάτων και των προσωπικών ελευθεριών. Πηγάζουν έτσι αστείρευτα τα ακόλουθα ερωτήματα: Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη; Τι περιθώριο υπάρχει να την αναζητήσουμε, να τη νιώσουμε, να την ορίσουμε, ανάμεσα στα κοινωνικά πρέπει του συλλογικού ασυνείδητου, την εσωτερική ή εξωτερικά υποσυνείδητα επιβεβλημένη ανάγκη συντροφικότητας και το φόβο της μοναξιάς? Τι πρότυπα μας επιβάλλει η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε? Πόσο μας επηρεάζουν οι προσδοκίες αυτές ψυχολογικά? Και κατά πόσο έχουμε ανάγκη, ως ανθρώπινα όντα, την ύπαρξη αυτών των κοινωνικών συστημάτων που δημιουργούνται?

Ζούμε ακόμη σε μία κοινωνία, η οποία προωθεί τα ζευγάρια και δη τα ετερόφυλα, παντρεμένα και κατά προτίμηση μονογαμικά, έναντι των ομοφυλοφιλικών ζευγαριών, της οποιαδήποτε μορφής ελεύθερης σχέσης ή της κατ’ επιλογής μοναχικής ζωής, των λεγόμενων singles. Ο Λάνθιμος στην ταινία, παρουσιάζει μία μορφή αυτής της επικρατούσας τάξης, στην οποία η αδυναμία κάποιου να βρει την αγάπη ή έστω ένα ψευδεπίγραφο κακέκτυπο αυτής, το οποίο θα οδηγήσει σε σχέση, τιμωρείται. Η πραγματικότητα βέβαια ίσως δεν είναι τόσο σκληρή: ίσως συμπεριλαμβάνει απλά φορολογικές ελαφρύνσεις, μισθολογικά οφέλη και “μόρια” διορισμού για τους έχοντες διαβεί το κατώφλι του γάμου. Αυτά και μόνο όμως  αποτελούν κοινωνική διάκριση και από ένα σημείο και ύστερα και στιγματισμό των singles. Ίσως όμως η πραγματικότητά μας συμπεριλαμβάνει και κάτι πολύ πιο σημαντικό: την ψυχολογική πίεση του ατόμου είτε συνειδητά είτε αθόρυβα, να ακολουθήσει τον πεπατημένο δρόμο που εγκρίνει η κοινωνία και που οδηγεί στο ζεύγος, τα δεσμά του γάμου και τελικά στη δημιουργία οικογένειας.

Κάνοντας μία σύντομη αναδρομή στην ιστορία της σεξουαλικής- ερωτικής έκφρασης του ατόμου, οφείλω να σταθώ σε ορισμένα σημεία: Ο πρωτόγονος άνθρωπος οδηγούνταν στις γενετήσιες σχέσεις, οι οποίες ήταν ελεύθερες αδιακρίτως. Η ανάπτυξη του θεσμού της οικογένειας και περαιτέρω των κοινωνικών δομών οδήγησε στη θεσμοθέτηση εθίμων και κανόνων, που ορίζουν τις σχέσεις. “ Και τότε η σεξουαλικότητα εγκλωβίζεται με περισσή φροντίδα. Μετακομίζει. Την κατάσχει η συζυγική ζευγαρωτή οικογένεια.”  (Ιστορία της σεξουαλικότητας, Μισέλ Φουκώ, 1982). Κατά την περίοδο του Βυζαντίου ο γάμος γίνεται θείο μυστήριο, νομοθετείται και περνάει μέσα στο “γονιδίωμα” της χριστιανικής πίστης και όσο περισσότερο βαθιά θρησκευόμενη ήταν μία κοινωνία, σιγά σιγά και στο “γονιδίωμα” της τελευταίας.

Ο γάμος ως αυτοσκοπός εντάχθηκε έτσι σιγά σιγά στο ιδεολογικό εργαστήριο της κοινωνίας και είναι πλέον κάτι περισσότερο από νόμος: είναι μία σιωπηλή κοινωνική σύμβαση, ένα αποδεκτό έθιμο, που κληρονομείται από γενιά σε γενιά μέσα από το συλλογικό ασυνείδητο. Ως παιδιά ακόμη συμπεριλαμβάνουμε τα παντρεμένα ζευγάρια στα παιχνίδια μας, αποφασίζουμε ηλικιακά νωρίτερα ποιον θα παντρευτούμε και εκ των υστέρων ποιον αγαπάμε και διαμορφώνουμε τα πρότυπά μας περί γάμου και ρόλων των φύλων σε αυτόν ήδη από την εφηβεία (Marriage and the family, Hauard Becker, Reuben Hill, 1942). Οι περισσότεροι συμφωνούμε, ότι το σωστό είναι να παντρευτεί κάποιος στα νιάτα του. Μας έχουν διδάξει ότι το να παντρευτούμε δείχνει ότι είμαστε νόμιμοι και προσαρμοσμένοι στην κοινωνία και εντάσσουμε τους εαυτούς μας στην ομάδα των ενήλικων ανθρώπων. Ως ζευγάρια, γινόμαστε αναγνωρίσιμοι στο κοινωνικό περιβάλλον. Έχουμε πετύχει ένα στόχο ζωής και μπορούμε πλέον να προχωρήσουμε σε εξίσου σημαντικούς στόχους, όπως το να κάνουμε παιδιά και να δημιουργήσουμε ένα “σπιτικό”.

Στην κοινωνία του Λάνθιμου γίνονται διαλέξεις σχετικά με τους κινδύνους της μοναχικής ζωής, π.χ. σχετικά με την ασφάλεια, την οποία παρέχει σε μία γυναίκα το να περπατάει με τον άντρα της και όχι μόνη. Στη δική μας κοινωνία, τα προτερήματα της ζωής ως ζεύγος και κατά προτίμηση ως νόμιμα παντρεμένο ζευγάρι διασπείρονται σχεδόν στην ατμόσφαιρα: από την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ως υπερκαταναλωτική έκφανση της αγάπης του ζεύγους έως τον καθημερινό καταιγισμό πληροφοριών στην τηλεόραση, στα μαγαζιά, στα περιοδικά σχετικά με το πρότυπο του ζευγαριού και του γάμου και τον πλέον βαθιά ριζωμένο φόβο να “γεράσεις μόνος”, οι singles όσο και να αυξάνονται, παραμένουν στο περιθώριο. Κανείς δεν αναφέρει για παράδειγμα ότι μπορεί να μην είναι όλοι οι άνθρωποι γεννημένοι για να κάνουν οικογένεια. Το κοινωνικό μήνυμα της αναγκαιότητας του γάμου και της έγκαιρης τεκνοποίησης έχει περάσει ισχυρότερα στο γυναικείο φύλο: κούκλες νύφες, παιχνίδια που παραπέμπουν στη μητρότητα και περιοδικά γάμου φιγουράρουν στο γυναικείο υποσυνείδητο εδώ και χρόνια.

Έχουμε προσδοκία να παντρευτούμε μόλις φτάσουμε στην “κατάλληλη” ηλικία. Οι γονείς, τα αδέρφια, οι φίλοι μας προσδοκούν να παντρευτούμε. Ο γάμος του ενός εντείνει την προσδοκία του δικού μας γάμου έστω και μέσα από ένα “και στα δικά σου” που αιωρείται ανέμελα στον αέρα χωρίς δεύτερη σκέψη. Κάποια στιγμή στην ενήλικη ζωή μας, αναλόγως του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζούμε, αρχίζουμε να αισθανόμαστε αυτή την προσδοκία ως πίεση για γάμο και να αναζητούμε πλέον, όχι τον ή την μελλοντικό/ -ή ρομαντικό/ -ή σύντροφο αλλά τον ή την μελλοντικό/ -ή σύζυγο.

Πέρα από αυτό, στις δυτικές κοινωνίες, έχει παγιωθεί τα τελευταία χρόνια και μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά η προσδοκία ότι ο γάμος καλύπτει όλες τις κοινωνικές και συναισθηματικές ανάγκες του ατόμου. Μία ερωτική- σεξουαλική ζωή πλαισιωμένη ψυχαναγκαστικά από τη μονογαμική ιδεολογία του γάμου, είναι εξωτερικά ρυθμισμένη και εσωτερικά ασυμβίβαστη. Και αυτό παρόλο που ο θεσμός του γάμου, απαγκιστρωμένος από την επικρατούσα κοινωνική ηθική, ενδέχεται να μπορεί να κάνει κάποιον ευτυχισμένο.

Η πίεση που δημιουργείται οδηγεί συχνά σε οικογενειακούς διαπληκτισμούς, κυρίως με τους ανυπόμονους γονείς και ακόμη στην ανάγκη του ατόμου να αποφεύγει κοινωνικές συναθροίσεις στις οποίες είτε μαζεύονται πολλά ζευγάρια είτε κινδυνεύει να δεχτεί έντονες παραινέσεις σχετικά με τον κατά προτίμηση επικείμενο γάμο του. Και ενώ πολλές φορές οι singles δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα με τον τρόπο ζωής που επέλεξαν, βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με την αίσθηση του λάθους ή της αποτυχίας στη ζωή τους.

Σαν ανθρώπινα όντα έχουμε ανάγκη την έγκριση από την πλευρά της οικογένειάς μας, γεγονός που προκαλεί πολλές φορές έντονη ψυχολογική πίεση ή ακόμη και αίσθημα ενοχής εάν οι επιλογές μας δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους. Η διαρκής διαδικασία αναζήτησης του/ της πιθανού/ -ής συζύγου δημιουργεί συχνά το αίσθημα ότι η ζωή ως έχει δεν είναι αρκετή, ικανοποιητική, πλήρης. Η πεποίθηση ότι η ύπαρξη στον κόσμο ως ζευγάρι και ο γάμος αποτελούν προϋπόθεση της ευτυχίας, οδηγεί συχνά σε ένα διαρκές άγχος, στην ανασφάλεια και στο φόβο της επικείμενης δυστυχίας σε περίπτωση αποτυχίας στην αναζήτηση.

Οι ηθικές απαιτήσεις, τις οποίες κάτω από την πίεση της μόνιμης κοινωνικής επιρροής επιβάλλει το άτομο στον εαυτό του, αυξάνουν τη συσσώρευση των ατομικών του επιθυμιών. Όσο μεγαλύτερη είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο και την κοινωνική ηθική, τόσο μεγαλύτερη δυσαρμονία δημιουργείται ανάμεσα στις προσωπικές ανάγκες και στην ικανότητα ικανοποίησης αυτών. Όλο αυτό δημιουργεί μία κατάσταση έντονου άγχους και μεγαλύτερης ευαλωτότητας σε καταθλιπτικού τύπου συναισθήματα. Και επειδή η σύγκρουση είναι ως προς τα ουσιαστικά της στοιχεία ασυνείδητη, συχνά δεν επιλύεται μόνη της.

Και αν η τιμωρία της μετατροπής σε ζώο, στον Αστακό, φαντάζει ξένη, αξίζει να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στην αρχαιότητα: Νόμος του Λυκούργου στην αρχαία Σπάρτη επιβάλλει στους άγαμους Λακεδαιμόνιους τιμωρίες, όπως π.χ. να περιφέρονται γυμνοί το χειμώνα στην αγορά τραγουδώντας προσβλητικά τραγούδια (Βίοι Παράλληλοι/ Λυκούργος, 15, Πλούταρχος), ο δε Πλάτωνας προτείνει είτε την επιβολή χρηματικής ποινής είτε κάποιου τύπου εξευτελισμό σε όποιον δεν έχει παντρευτεί σε ηλικία 30 έως 35 ετών (Νόμοι, Πλάτων).  Όσον αφορά δε στις σύγχρονες κοινωνίες, μπορούμε να σταθούμε στην “τιμωρία” του διαζυγίου: Στη Μάλτα νομοθεσία σχετικά με τη δυνατότητα διαζυγίου δημιουργήθηκε μόλις το 2011 (Allied Newspapers Ltd, “Divorce and maintenance”, Times of Malta), στην Ιρλανδία το διαζύγιο απαγορευότανε ρητά από το σύνταγμα μέχρι το 1995 (McA v McA [2000] 2 ILRM 48). Κι αν θεωρήσουμε ότι αυτές οι απτές τιμωρίες τείνουν να εκλείψουν στις σύγχρονες κοινωνίες, τι γίνεται με την “τιμωρία” της απογοήτευσης και της ανησυχίας της οικογένειας, της ψυχολογικής πίεσης ή και χειρότερα της “ρετσινιάς” που υπάρχει ακόμη ειδικά στην επαρχία?

Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται δημογραφικά μία έντονη αύξηση των singles, ως επιλογή τρόπου ζωής πλέον και όχι ως μεταβατική περίοδος μέχρι κάποιος να παντρευτεί ή να ξαναπαντρευτεί. Στην περίπτωση αυτή ο Λάνθιμος θέτει έμμεσα το ερώτημα κατά πόσον η περιθωριοποίηση της διαφορετικής αυτής επιλογής, οδηγεί στη δημιουργία ενός συστήματος με εξίσου αυστηρούς κανόνες. Διότι προκειμένου η απόλυτη αυτή ελευθερία, που πρεσβεύει η μοναχική ζωή, να είναι εφικτή, επιβάλλεται να υπάρχουν κανόνες και μάλιστα αυστηροί. Και κατά πόσο βέβαια ο άνθρωπος χρειάζεται και αναζητά την ύπαρξη ενός συστήματος, ξεχνώντας το φυσικό δικαίωμα στη συντροφικότητα και στη στενή σχέση που από ένστικτο ποθούμε.

Καταλήγει έτσι στο πιο ουσιαστικό ίσως χαρακτηριστικό του ξενοδοχείου της πλοκής: πρόκειται για ένα αυστηρά συστηματοποιημένο περιβάλλον αφιερωμένο αποκλειστικά στον απόλυτο έλεγχο του χάους των ανθρωπίνων συναισθημάτων. Πρόκειται κατ’ επέκταση για μια κοινωνία, στην οποία οι κοινωνικές επιταγές ενισχύονται εις βάρος της προσωπικής ελευθερίας. Στο ξενοδοχείο του Λάνθιμου δεν υπάρχει η επιλογή bisexual, δεν υπάρχουν μισά στα νούμερα των παπουτσιών. Δεν υπάρχουν ποικίλες μορφές σχέσεων ή επιλογές πορείας στη ζωή. Είσαι νόμιμο ζευγάρι και οικογενειάρχης ή παράνομος single. Εκεί όλα οφείλουν να είναι άσπρα ή μαύρα και οι επιλογές μηδαμινές. Στη ζωή;

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:

·         Die sexuelle Revolution. Zur charaktristischen Selbststeuerung des Menschen, Wilhelm Reich, Fischer Taschenbuch Verlag, GmbH, Frankfurt am Main, 1971, ISBN-10: 3596267498

·         Singled Out: How Singles Are Stereotyped, Stigmatized, and Ignored, and Still Live Happily Ever After, Bella DePaulo Ph.D., St. Martin’s Press; Reprint edition, 2007, ISBN: 0312340826

·         Η ιστορία του γάμου: Από την υποταγή στην οικειότητα ή πώς η αγάπη νίκησε το γάμο. Coontz Stephanie, Εκδόσεις Πολύτροπον, 2008, ISBN 13 9789606840029

1η δημοσίευση: Animartists, http://www.animartists.com/2017/04/22/1-80/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Font Resize