Η δύναμη της αλλαγής και η αντίσταση στη θεραπεία

Βαϊζίδου Χριστίνα, Ψυχίατρος- Ψυχοθεραπεύτρια

Ένα σύνηθες ερώτημα στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας αλλά και στη ζωή γενικότερα είναι αν ο άνθρωπος και η προσωπικότητά του μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με το αν η προσωπικότητα του ανθρώπου σταματά να αναπτύσσεται κάποια στιγμή στη ζωή ή αν συνεχίζει να διαμορφώνεται και να αλλάζει με βάση τα βιώματα αλλά και τις επιθυμίες του ατόμου.

Ως προσωπικότητα ορίζουμε το σύνολο των ιδιαίτερων ψυχικών και πνευματικών χαρακτηριστικών και των τρόπων συμπεριφοράς ενός ατόμου, το οποίο συμβάλλει στη μοναδικότητα ενός ατόμου. Περιλαμβάνει το σύνολο των διανοητικών και εκπαιδευτικών χαρακτηριστικών, τη συγκινησιακή διάθεση, τις τάσεις συμπεριφοράς, το χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία και διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση κληρονομικών χαρακτηριστικών και περιβάλλοντος.

H σταθερότητα των γνωρισμάτων της προσωπικότητας καθορίζεται από το αν είναι βασικά γνωρίσματα (core traits) ή δευτερεύοντα και ότι τόσο πυρηνικά γνωρίσματα που δεν αντικατοπτρίζουν τόσο την εικόνα του πυρηνικού εαυτού. Τα βασικά γνωρίσματα φαίνεται να έχουν σημαντικά μικρότερη δυνατότητα τροποποίησης.

O S. Freud ήταν ο πρώτος που ανέπτυξε μία θεωρία σχετικά με τα στάδια ανάπτυξης της προσωπικότητας του παιδιού- του ατόμου, βασιζόμενος στην ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη μέχρι την εφηβική περίοδο της ζωής. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο ψυχολόγος E. Erikson παρουσίασε τη θεωρία της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης της προσωπικότητας, με βάση την οποία η προσωπικότητα του ατόμου εξελίσσεται και αλλάζει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, περνώντας από περιόδους “κρίσεις ταυτότητας” (E. Erikson, 1959).

Η πιο βάσιμη υπόθεση σχετικά με τυχόν παρατηρούμενες ενδο-ατομικές αλλαγές αφορά στις εμπειρίες που βιώνουμε κατά την διάρκεια της ζωής μας. Καταλυτικές εμπειρίες ή και σχέσεις μπορεί να επιδράσουν στην προσωπικότητά μας και να οδηγήσουν σε σταθερές διαφοροποιήσεις των γνωρισμάτων της. Έρευνες έχουν δείξει ότι ακόνη και η ποιότητα των ερωτικών σχέσεων μπορεί να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην προσωπικότητα (Robins et al., 2002).

Ποιος είναι όμως ο ρόλος της ψυχοθεραπείας; Ένας από τους στόχους της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας είναι ο εντοπισμός και στη συνέχεια η τροποποίηση λανθασμένων ερμηνευτικών σχημάτων και δυσλειτουργικών συμπεριφορών. Η θεραπεία αυτή βασίζεται στο ψυχοθεραπευτικό αίτημα του θεραπευόμενου για ανακούφιση από κάποιο σύμπτωμα και κατ΄ επέκταση για αλλαγή.

Τι γίνεται όμως όταν η αλλαγή φαντάζει ως θεραπευτικός μονόδρομος αλλά ο θεραπευόμενος παραμένει αμετακίνητος ως προς τις δυσλειτουργικές συμπεριφορές του, συχνά μάλιστα χωρίς πλήρη συνείδηση της ακαμψίας του; Το γεγονός αυτό συνιστά μία μορφή αντίστασης στη θεραπεία και καλείται να διερευνηθεί αυτούσια στα πλαίσια της ψυχοθραπευτικής σχέσης. Η αδυναμία αλλαγής ή αλλιώς η “έλλειψη συμμόρφωσης” είναι μέρος της “παθολογίας” που χρειάζεται να θεραπευτεί. Η συμμετοχή στη θεραπεία είναι συχνά πράξη θάρρους.

Ο ασθενής, μέσω των συμπτωμάτων του, των συμπεριφορών του και κατ’ επέκταση και της προσωπικότητάς του, έχει υιοθετήσει μία συγκεκριμένη στάση ζωής αλλά και ένα συγκεκριμένο ρόλο μέσα στα διάφορα πλαίσια στα οποία εντάσσεται, όπως π.χ. στο οικογενειακό. Οι ρόλοι αυτοί, όσο παθολογικοί και αν είναι βοηθούν το άτομο να διατηρεί μία εσωτερική συνοχή, μία ομοιόσταση.

Ο θεραπευόμενος πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με ειλικρίνεια με ερωτήματα που αφορούν στο λεγόμενο δευτερογενές όφελος των δυσλειτουργικών συμπεριφορών του: Τι θα χάσω αν θεραπευτώ; Αν αύριο το πρωί ξυπνούσα και όλα ήταν αλλιώς, πώς θα έπρεπε να ήταν η ζωή μου; Πώς θα αντιδρούσαν οι γύρω μου; Τι θα έπρεπε να αντιμετωπίσω; Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι συνήθως και η ουσία του προβλήματος.

Ο ασθενής παραμένει συχνά προσκολλημένος στο ρόλο του ευάλωτου, που έχει ανάγκη από φροντίδα, και προστασία. Επιφανειακός στόχος της ζωής του γίνεται η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, με αποτέλεσμα πολλές φορές να κινδυνεύει να χάσει το κεντρικό νόημα σε περίπτωση που το σύμπτωμα εξαφανιστεί. Αποπροσανατολίζεται έτσι από τα πυρηνικά προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει. Διατηρεί μία στάση εκδραμάτισης και το αίσθημα του ανήμπορου, κραυγάζοντας έτσι για βοήθεια ενώ η ουσιαστική βοήθεια μπορεί να πηγάσει μόνο από μέσα του. Με τη στάση του αυτή ικανοποιεί πρωτογενείς νηπιακές ή και βρεφικές ανάγκες, παραμένοντας σε ένα παιδικό στάδιο ανάπτυξης της προσωπικότητας.

Ζητήματα που συντελούν στην επίδειξη αντίστασης εκ μέρους του θεραπευόμενου μπορεί να περιλαμβάνουν το φόβο αλλαγής, αποτυχίας, την έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό του ή το φόβο τερματισμού της θεραπείας. Ο βαθμός στον οποίο ο κάθε άνθρωπος επιζητά μία ρουτίνα, η ικανότητα να σκέφτεται κανείς βραχυ- ή μακροπρόθεσμα και ο βαθμός ευελιξίας της σκέψης μπορούν να προσδιορίσουν σε μεγάλο βαθμό την ικανότητά μας για αλλαγή. Ορισμένοι θεραπευόμενοι με μακροχρόνια προβλήματα προσκολλώνται πεισματικά στο status quo της ζωής τους, γιατί σε κάποιο βαθμό είναι οικείο και ασφαλές. Η αλλαγή είναι κάτι άγνωστο, το οποίο μπορεί να είναι πολύ τρομακτικό (Beck et al., 1990).

Είναι ζωτικής σημασίας για την ψυχοθεραπευτική διαδικασία, να διερευνηθούν οι αιτίες που κάνουν τον κάθε θεραπευόμενο να διατηρεί μια συμπεριφορά αντίστασης στη θεραπεία. Καλούμαστε να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι φόβοι και η χαμηλή αυτοπεποίθηση του ασθενή και να προσπαθήσουμε να τροποποιήσουμε τυχόν δυσλειτουργικές πεποιθήσεις. Μία βασική αιτία για την αντίσταση στην αλλαγή έγκειται στην παιδική ηλικία. Το παιδί κατά την ανάπτυξή του νιώθει την ανάγκη να εξερευνήσει το περιβάλλον του, έχοντας όμως ως βάση ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να γυρίσει στο πλαίσιο ασφαλείας που του παρέχουν οι πρώτοι φροντιστές του (Bowlby, 1969). Σε περιπτώσεις διαταραχής αυτής της ισορροπίας, το παιδί – και κατ΄ επέκταση ο μετέπειτα ενήλικας- γίνεται συχνά παθητικό και αντιμετωπίζει τον κόσμο με αποφυγή και φόβο.

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία δεν μπορεί να είναι παρά ένα δεκανίκι στην προσπάθεια για αλλαγή. Η ουσιαστική δύναμη πηγάζει από μέσα μας και προϋποθέτει μία νοοτροπία εξέλιξης, απαλλαγμένη από την ηττοπάθεια, την αναβλητικότητα και το φόβο. Το χτίσιμο της αυτοπεποίθησης μας βοηθάει να αντιμετωπίσουμε κατάματα το φόβο για το άγνωστο που συνεπάγεται η αλλαγή. Ο αναλυτικός σχεδιασμός και η εις βάθος κατανόηση των αποτελεσμάτων που θα επιφέρει η αλλαγή στη ζωή μας, μπορούν να οδηγήσουν σε σταδιακή υποχώρηση της αβεβαιότητας.

Κάθε αλλαγή προϋποθέτει μια απώλεια και οι απώλειες συνδέονται τόσο με το φόβο όσο και με τον επερχόμενο πόνο. Αυτός είναι και ο λόγος που μας κάνει, μετά από κάθε αλλαγή να βιώνουμε μια περίοδο «πένθους», κατά την οποία καλούμαστε να επεξεργαστούμε το βίωμα αυτό.

Το γνωστικό λάθος που κάνουμε είναι ότι ξεχνάμε ότι το άγνωστο είναι όντως «άγνωστο» και ως τέτοιο, δεν μπορεί να μας φοβίζει, δεδομένου ότι δεν ξέρουμε σε τι ανταποκρίνεται. Αξίζει οπότε να επαναξιολογήσουμε το τώρα μας, την κατάσταση από την οποία έχουμε αγκιστρωθεί, καθότι για αυτή γνωρίζουμε με σιγουριά τι επακόλουθα έχει και που μας οδηγεί. Η αλλαγή συνεπάγεται δυνατότητες, ελπίδα βελτίωσης παρά το ρίσκο που εμπεριέχει. Το πρώτο βήμα οπότε έγκειται στην απόφαση του θεραπευόμενου ότι δε θέλει να μείνει εκεί που βρίσκεται. Όσο πιο στέρεη είναι αυτή η απόφαση, τόσο πιο εφικτή είναι η αλλαγή.

Συμπερασματικά, η προσωπικότητα διαμορφώνεται μέσα από πολύπλοκες γονιδιακές και περιβαλλοντικές αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο, δεν είμαστε θύματα ούτε των γονιδίων ούτε των βιωμάτων μας. Είμαστε εξελίξιμα όντα και είμαστε σε θέση να αμβλύνουμε την επίδρασή των χαρακτηριστικών μας, εφόσον διαπιστώσουμε ότι δεν μας εξυπηρετούν σε ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων της ζωής, αρκεί ο στόχος μας να είναι η ευτυχία. Απλά, όπως εύστοχα είπε και η ποιήτρια Κική Δημουλά, τονίζοντας τη δυσκολία: “Εκδίκηση είναι να επιτευχθεί μέσα σου η αλλαγή, εσύ να σηκώσεις το μαχαίρι σχεδόν εναντίον σου.” (Κική Δημουλά, Εκδίκηση στον έρωτα).

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

  • Erikson, Erik H.; Erikson, Joan M. (1997). The Life Cycle Completed (extended ed.). New York: W. W. Norton & Company (published 1998). ISBN 978-0-393-34743-2.
  • Beck, A. T., Freeman, A., & Associates (1990). Cognitive therapy of personality disorders. New York: Guilford.
  • Luhmann, M., Orth, U., Specht, J., Kandler, C., & Lucas, R. (2014). Studying changes in life circumstances and personality: It’s about time. European Journal of Personality, 28, 256-266. doi: 10.1002/per.1951.
  • Roberts, B. W., Walton, K., & Viechtbauer, W. (2006). Patterns of mean level change in personality traits across the life course: A meta-analysis of longitudinal studies. Psychological Bulletin, 132, 1–25.
  • Specht, J., Egloff, B., & Schmukle, S. C. (2011). Stability and change of personality across the life course: The impact of age and major life events on mean-level and rank-order stability of the Big Five. Journal of Personality and Social Psychology, 101, 862-882. doi: 10.1037/a0024950.
  • Bowlby, J. (1969) Attachement and loss: Vol. I. Attachment. New York: Basic Books.

Πρώτη δημοσίευση: E- psychology (Psychology, Η Πύλη της Ψυχολογίας), https://www.psychology.gr/psychotherapy-counselling/4678-i-dinami-tis-allagis-kai-i-antistasi-sti-therapeia.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Font Resize