Μοναξιά

Βαϊζίδου Χριστίνα, Ψυχίατρος- Ψυχοθεραπεύτρια

Για να δυναμώσεις πρέπει πρώτα να βυθίσεις τις ρίζες σου στο τίποτε και να μάθεις ν’ αντιμετωπίζεις την πιο μοναχική μοναξιά σου.” (Irvin D. Yalom, Όταν έκλαψε ο Νίτσε)

Όταν αναφέρουμε ή σκεφτόμαστε τη μοναξιά, το μυαλό πάει αυθόρμητα στην εικόνα ενός ανθρώπου που ζει μόνος, χωρίς κοινωνικές συναναστροφές. Παρόλα αυτά, η μοναξιά είναι ένα προσωπικό, υποκειμενικό βίωμα και πλήττει ακόμη και ανθρώπους που κάθονται δίπλα δίπλα. Η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας ή το προσωπικό υπαρξιακό κενό είναι ορισμένοι μόνο από τους παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν το αίσθημα της μοναξιάς, ανεξαρτήτως της παρουσίας ή της απουσίας του άλλου στο χώρο.

Ο άνθρωπος αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα κοινωνικό ον, που εξελικτικά συνέδεσε την επιβίωση, την ασφάλεια και την εξέλιξή του με την οργάνωση σε μικρές ομάδες και αργότερα με τη δημιουργία οργανωμένων κοινωνιών συνεργασίας. Εξαιτίας αυτού, το αίσθημα της μοναξιάς συνδέθηκε άρρηκτα και ενδόμυχα με μία αίσθηση απειλής. Υπό την εξελικτική αυτή οπτική, η μοναξιά μπορεί να θεωρηθεί ως ένας μηχανισμός άμυνας, ο οποίος μέσω της κινητοποίησης προς αναζήτηση της εγγύτητας οδηγεί στην επιβίωση και εξέλιξη του ανθρώπινου είδους (Bowlby, 1973). Ως εκ τούτου, ακόμη και στις μέρες μας και παρόλο που η αναγκαιότητα της ομάδας για λόγους ασφαλείας έχει εκλείψει σε μεγάλο βαθμό, η μοναξιά, όταν δεν αποτελεί προσωπική επιλογή, πυροδοτεί αισθήματα άγχους, ανασφάλειας και συναισθηματικής επιβάρυνσης.

Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τη μοναξιά από τη μοναχικότητα, που αποτελεί πολύ συχνά επιλογή και τρόπο ζωής. Ο όρος μοναξιά προϋποθέτει ένα χάσμα ανάμεσα στις κοινωνικές επαφές που θα θέλαμε να έχουμε και την ποιότητα και ποσότητα αυτών που υπάρχουν στη ζωή μας. Το χάσμα αυτό οδηγεί σε μία αίσθηση απομόνωσης, κενού και ως εκ τούτου, δυσφορίας.

O Αμερικανός ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής Ίρβιν Γιάλομ περιέγραψε τέσσερεις βασικές υπαρξιακές ανησυχίες, που έχουν μεγάλη σημασία στην ψυχοθεραπεία: Το θάνατο, την ελευθερία, την απομόνωση και την έλλειψη νοήματος στη ζωή. Κάθε μία από αυτές τις ανησυχίες προκαλεί εσωτερικές συγκρούσεις στο υπαρξιακό πλαίσιο αναφοράς. Όσον αφορά στην απομόνωση, ήτοι και τη μοναξιά, ο Γιάλομ διακρίνει δύο είδη: την καθημερινή- διαπροσωπική και την υπαρξιακή.

Η διαπροσωπική μοναξιά αναφέρεται στο χάσμα που υπάρχει μεταξύ του εαυτού μας και των άλλων ανθρώπων, λόγω έλλειψης κοινωνικών δεξιοτήτων και ψυχοπαθολογίας στο θέμα της οικειότητας. Πολλές φορές συνδέεται με το φόβο για τη στενή επαφή ή με αισθήματα απόρριψης και ντροπής ή με την πεποίθηση ότι είμαστε ανίκανοι ν’ αγαπηθούμε. Η αδυναμία του ατόμου να διαχειριστεί τις προσωπικές του ανάγκες και φόβους τον φέρνει αντιμέτωπο με την αντανάκλαση αυτών στους άλλους και δυσχεραίνει την επαφή μαζί τους.

Η υπαρξιακή μοναξιά ως όρος καθιερώθηκε για πρώτη φορά από τον Φρόιντ και αναφέρεται στην απομόνωση από κομμάτια του Εαυτού μας. Πρόκειται για τη βαθύτερη συνειδητοποίηση ότι γεννηθήκαμε και θα πεθάνουμε μόνοι. Αυτή η σκέψη μπορεί ή να τον απελευθερώσει ή να τον εγκλωβίσει. Οι άνθρωπο βιώνουν συνήθως αυτό το είδος μοναξιάς σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν έρχονται αντιμέτωποι με τον τρόμο του χρόνου ή και του θανάτου.

Η Γερμανίδα ψυχίατρος Frieda Fromm-Reichmann με τη σειρά της αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: «H αληθινή μοναξιά… κάνει τους ανθρώπους που υποφέρουν από αυτήν συναισθηματικά παράλυτους και αβοήθητους. Η μοναξιά φαίνεται να είναι μια τόσο επώδυνη, τρομακτική εμπειρία, που οι άνθρωποι κάνουν πρακτικά ό,τι μπορούν για να την αποφύγουν.» O ψυχίατρος Harry Stack Sullivan εστίασε στην ανεπαρκή εκπλήρωση της ανάγκης για ανθρώπινη οικειότητα, προσπαθώντας να ορίσει τη μοναξιά. Ο ψυχίατρος Henry D. von Witzleben από την πλευρά του, διέκρινε την πρωτογενή και τη δευτερογενή μοναξιά, περιγράφοντας την πρώτη ως την υπαρξιακή μοναξιά, χαρακτηριστική του σχιζοφρενούς, που βιώνει την απώλεια του ίδιου του Εγώ ενώ τη δεύτερη ως τη μοναξιά του καταθλιπτικού, που βιώνει την απώλεια του αντικειμένου. Η ψυχίατρος-ψυχαναλύτρια Melanie Klein υποστήριξε ότι η μοναξιά είναι «το αποτέλεσμα ενός πανταχού παρόντα πόθου για μια ακατόρθωτη τέλεια εσωτερική κατάσταση» και ότι ως εκ τούτου, το βίωμα της μοναξιάς δεν μπορεί να εξαλειφθεί αλλά μόνο να περιοριστεί.

Μία άλλη διάκριση αφορά στην αντικειμενική και στην υποκειμενική μοναξιά. Η αντικειμενική μοναξιά σχετίζεται με την αντικειμενική και πρακτική έλλειψη κοινωνικών επαφών λόγω εξωτερικών συνθηκών. Η υποκειμενική μοναξιά σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με το σύστημα αξιών και το νοητικό- συναισθηματικό φίλτρο του κάθε ανθρώπου. Πρόκειται για την αίσθηση κάποιου ότι δεν έχει την ανθρώπινη επαφή στο βαθμό ή με τον τρόπο που τη χρειάζεται, όταν π.χ. του λείπει μία συντροφική σχέση, μία στενή φιλία ή ακόμη και η ουσιαστική επικοινωνία εντός μίας υπάρχουσας σχέσης. Πολλές φορές πρόκειται για μία υπαρξιακή μοναξιά, που σχετίζεται με την αξιολόγηση των σχέσεων που έχουμε δημιουργήσει υπό το πρίσμα των βαθύτερων επιθυμιών και αναγκών μας. Η ουσιαστική σύνδεση και το συναίσθημα του σχετίζεσθαι εξάλλου έχουν περισσότερο να κάνουν με την ποιότητα των σχέσεων και την κάλυψη αναγκών όπως η κατανόηση, παρά με την ποσότητα.

Τα τελευταία χρόνια, η κοινωνική εξέλιξη γύρω από διαφορετικούς άξονες, είχε σαν αποτέλεσμα την έμφαση στην ατομική ανεξαρτησία, αυτάρκεια και αυτονομία. Οι αποστάσεις μειώθηκαν, ο κόσμος γίνεται μικρότερος και πιο δικτυωμένος αλλά κατά έναν παράδοξο και τραγικά ειρωνικό τρόπο, πιο μοναχικός. Η αλόγιστη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ως ασφαλές υποκατάστατο των προσωπικών επαφών οδηγεί συχνά σε περιορισμό των διαπροσωπικών δεξιοτήτων και καθιστούν τα άτομα περισσότερο ανασφαλή αλλά και δύστροπα, καθώς τα απομακρύνουν από την πραγματικότητα των σχέσεων. Oι κοινωνίες μοιάζουν να δομούνται όλο και περισσότερο σε βάσεις ανθρώπινης απομόνωσης και οι άνθρωποι έχουν συχνά πολλές επιφανειακές επαφές αλλά λίγες ουσιαστικές σχέσεις. Ένας κόσμος που τρέχει και επικοινωνεί μέσω smartphones μοιάζει να αποστασιοποιείται σταθερά από τον πραγματικό κόσμο, αποκλεισμένος σε μία πλασματική φούσκα.

Η μοναξιά φαίνεται να επανεμφανίζεται ως πρόβλημα, σχετιζόμενο με διαφορετικούς κάθε φορά παράγοντες, αναλόγως της ηλικίας. Οι ελλιπείς δεξιότητες στις διαπροσωπικές επαφές, ο αποκλεισμός από ομάδες όπως οι σχολικές παρέες, η συνειδητοποίηση της διαφορετικότητας, ο περιορισμός του χρόνου λόγω εργασιακού stress αλλά και οι υπαρξιακές αναζητήσεις, αποτελούν ορισμένους μόνο από τους παράγοντες που ενδέχεται να οδηγήσουν στο αίσθημα της μοναξιάς.

Η επίμονη μοναξιά μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχική μας υγεία. Η συνειδητοποίηση της μοναξιάς οδηγεί πολλούς ανθρώπους σε προσωπική αμφισβήτηση, απαξίωση και μία αίσθηση απόρριψης και ασημαντότητας. Το αίσθημα αυτό αποτελεί ένα πλήγμα στην αυτοεκτίμηση του ατόμου και μπορεί να οδηγήσει και σε ένα φαύλο κύκλο αρνητικής επίπτωσης στις κοινωνικές επαφές. Η μοναξιά για τους ανθρώπους με χαμηλή αυτοεκτίμηση ταυτίζεται με την εγκατάλειψη και δημιουργεί πανικό. Ένα άτομο νιώθει ανασφάλεια ως προς την προσωπική του αξία και επάρκεια, αμφιβάλλει πιο εύκολα και για τις προθέσεις των άλλων απέναντί του, ζώντας μονίμως υπό το φόβο μίας πιθανής απόρριψης και εγκατάλειψης και άρα της επίτασης και διαιώνισης της μοναξιάς. Κατά αυτόν τον τρόπο προκαλεί πολλές φορές έμμεσα και άθελά του την ανάλογη αντιμετώπιση από τους άλλους: Όντας επιφυλακτικό και αποζητώντας διαρκώς την επιβεβαίωση των άλλων, τους εξουθενώνει συναισθηματικά, τους απομακρύνει και επιτείνει έτσι εν τέλει τη μοναξιά που φοβάται.

Πέρα από αυτά, η μοναξιά προκαλεί συχνά ένα αίσθημα αποκλεισμού και εξαιτίας αυτού και ντροπής. Τα άτομα αισθάνονται διαφορετικά και ερμηνεύουν το χαρακτηριστικό αυτό ως έλλειψη και πιθανή ένδειξη κατωτερότητας. Αναλαμβάνουν πλήρως την ευθύνη της μοναξιάς τους και βιώνουν επιπλέον αυτής και ένα αίσθημα ενοχής λόγω της “αποτυχίας” τους στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων.

Η μοναξιά έχει σχετιστεί με καταθλιπτική και αγχώδη συμπτωματολογία, αυτοκτονικές τάσεις, κατάχρηση ουσιών και λοιπές εξαρτήσεις, ψυχοσωματικά συμπτώματα και διαταραχές του ύπνου, καθώς ακόμη και με τη ταχύτερη πρόοδο της νόσου Alzheimer. Επιπλέον, η μοναξιά συμπεριλαμβάνεται στους παράγοντες που προκαλούν αύξηση του άγχους και μέσω του μηχανισμού αυτού και της αρτηριακής πίεσης και των καρδιαγγειακών νόσων.

Οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις αντιμετώπισης της μοναξιάς στοχεύουν στον προσδιορισμό των αιτιών, στη βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων, στην εξέλιξη ή προσαρμογή ορισμένων χαρακτηριστικών της προσωπικότητας ή του τρόπου σκέψης, στην αντιμετώπιση προβλημάτων που περιορίζουν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις (π.χ. κοινωνικό άγχος, χαμηλή αυτοπεποίθηση), καθώς και στο σαφή εντοπισμό των εσωτερικών μας αναγκών. Πολλές φορές, το μοίρασμα και η δημιουργία μίας σταθερής και ασφαλούς επαφής στα πλαίσια μίας ψυχοθεραπευτικής σχέσης αποτελούν το πρώτο και κύριο κέρδος για το θεραπευόμενο, που καλείται παρόλα αυτά ακόμη και τότε να διαχειριστεί το άγχος αποχωρισμού στα μεσοδιαστήματα των συνεδριών. Η ψυχοθεραπεία δεν καλείται να γίνει υποκατάστατο για το διαπροσωπικό κενό του θεραπευόμενου αλλά να δημιουργήσει μία ισορροπία ανάμεσα στο σχετίζεσθαι και στη μοναξιά που εκείνος καλείται να αντέξει.

Από την άλλη πλευρά, στα πλαίσια της θεραπείας καλούμαστε να διερευνήσουμε το προσωπικό ιστορικό, που συμπεριλαμβάνει αποχωρισμούς, απώλειες, ζητήματα ταυτότητας αλλά και άμυνες κατά της μοναξιάς.

Ένα ξεκάθαρα απαραίτητο βήμα αντιμετώπισης της μοναξιάς αφορά στην αύξηση των ευκαιριών για κοινωνική αλληλεπίδραση σε πρακτικό επίπεδο, μέσω της ένταξης σε διάφορες δραστηριότητες. Επιπλέον όμως καλούμαστε να επικεντρωθούμε στην ανάπτυξη ποιοτικών σχέσεων, με ανθρώπους που μοιράζονται παρόμοια στάση, ενδιαφέροντα και αξίες μαζί μας.

Πέρα από αυτό όμως, όταν οι εξωτερικές συνθήκες δε δύναται να αλλάξουν, αξίζει να αναρωτηθούμε αν μπορούμε να ενισχύσουμε περαιτέρω τις δικές μας διαπροσωπικές δεξιότητες που αφορούν στην ικανότητά μας να δημιουργούμε αλλά και να συντηρούμε μία σχέση. Πολλοί άνθρωποι καλούνται να εξασκηθούν στη συμμετοχή σε συζητήσεις και γενικά τόσο στη λεκτική, όσο και στις μη λεκτικές μορφές επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης.

Επιπλέον, καλούμαστε να καλλιεργήσουμε διαφορετικούς τρόπους σκέψης, που δε θα εστιάζουν αυτόματα σε αρνητικές πτυχές, υπό το πρίσμα του φόβου μας να μείνουμε μόνοι. Η μοναξιά καθιστά τον άνθρωπο ευάλωτο, με αποτέλεσμα συχνά να αναπτύσσονται δυσλειτουργικοί τρόποι σκέψης που αφορούν π.χ. στη ματαιότητα των γνωριμιών, στην προσωπική απαξίωση, στην απαισιοδοξία ως προς το μέλλον. Η αλλαγή του μοντέλου σκέψης της αυτοεκπληρούμενης προφητείας είναι αναγκαία προκειμένου να δούμε το μέλλον υπό το πρίσμα της ελπίδας και όχι του φόβου. Μόνο όταν αγαπήσουμε στοιχειωδώς τον εαυτό μας, θα καταφέρουμε να συναντήσουμε τους άλλους σε μια στερεή και ισότιμη βάση.

Εξάλλου η μοναξιά, όταν αρχίζει να αποτελεί αγκάθι, είναι πάντα ένα σημάδι ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. “Μες στην κλειστή μοναξιά μου έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια…Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένανε κι ούτε κανένας με γνώριζε.” (Μ. Αναγνωστάκης).

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

  • Yalom Irvin D., Όταν έκλαψε ο Νίτσε, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2019.
  • Yalom Irvin D., Στον κήπο του Επίκουρου. Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008.
  • Fromm-Reichmann, F. (1959). Loneliness. Psychiatry: Journal for the Study of Interpersonal Processes, 22, 1–15.
  • Von Witzleben, H. D. (1958). On loneliness. Psychiatry: Journal for the Study of Interpersonal Processes, 21, 37–43.
  • Klein, M.: On the sense of loneliness. In M. Klein, Envy and gratitude and other works 1946-1963. The Writings of Melanie Klein. Volume III (pp. 300-313). New York, Εκδόσεις Free Press, 1975 (original article published 1963).
  • Cacioppo, J. T., & Patrick, W. (2009). Loneliness: Human Nature and the Need for Social Connection. Εκδόσεις Norton, New York 2009.
  • Γαλανάκη, Ε. (2014). Μοναξιά: Το Παράδοξο της Ανθρώπινης Φύσης. Εκδόσεις Gutenberg. Αθήνα, 2014.
  • Γαλανάκη, Ε. (2014). Μοναξιά: Σκέψεις για τη σχέση της με την ψυχοπαθολογία και την ψυχοθεραπεία. Εγκέφαλος 51, 14-23, 2014β.

Πρώτη δημοσίευση: E- psychology (Psychology, Η Πύλη της Ψυχολογίας), https://www.psychology.gr/psychologia-sxeseon/5487-monaksia.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Font Resize