Ο εκφοβισμός (bullying), μια σύγχρονη μάστιγα. Tα παιδιά μας ως θύματα και ως θύτες.

Το bullying, σαν όρος, εμφανίστηκε στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια, η σχολική βία όμως δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στον πλανήτη. Τα τελευταία χρόνια φαίνεται να υπάρχει αύξηση στην ενημέρωση και στην ευαισθητοποίηση. Αν κοιτάξουμε πίσω μας όμως, οι περισσότεροι εξ ημών θα θυμηθούμε κάποιο παιδί στο σχολείο, το οποίο κορόιδευαν. Ίσως το κοροϊδέψαμε κι εμείς. Ίσως το υπερασπιστήκαμε και ίσως όχι. Ίσως δεν το θεωρήσαμε ποτέ κάτι σημαντικό και δεν μπορούσαμε ως παιδιά να αναρωτηθούμε πως ένιωθε εκείνο.

Η αρχή της σύγχρονης εξέτασης του φαινομένου έγινε το 1973, όταν ο Σουηδός ιατρός, Peter Paul Heinemann, έδωσε στο σχολικό εκφοβισμό τη διάσταση της ομαδικής βίας εναντίον ενός θύματος, χρησιμοποιώντας τη νορβηγική λέξη “mobbing” για να τον περιγράψει. Στη συνέχεια, ο επίσης Σουηδός  καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέργκεν Dan Olweus, ο οποίος διεξήγαγε τις πρώτες συστηματικές έρευνες για τον σχολικό εκφοβισμό, πρόσθεσε πως το ρόλο του θύτη θα μπορούσε να έχει όχι μόνο μια ομάδα, αλλά και ένα μεμονωμένο παιδί.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε εξάλλου ότι σε αυτές τις ηλικίες είναι εν μέρει φυσιολογικό τα παιδιά να τσακωθούν και να διαφωνήσουν. Όλο αυτό γίνεται μέσα στην προσπάθεια να βρουν τη θέση τους, το που ανήκουν, να διαπραγματευτούν τα όριά τους. Μέσα από αυτή τη «μάχη», μαθαίνουν να συγκρούονται, να διεκδικούν, να έχουν άποψη και εξασκούνται σε τρόπους έκφρασης και συμπεριφοράς. Ποια είναι τα όρια λοιπόν ανάμεσα στο αθώο πείραγμα και στον εκφοβισμό;   

Με βάση τον ορισμό του Olweus, για να μιλήσουμε για bullying, θα πρέπει να αναφερόμαστε σε περιπτώσεις στις οποίες ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία ή επιθετική συμπεριφορά  (Olweus, 1991), με σκοπό την επιβολή, καταδυνάστευση  και πρόκληση σωματικού και  ψυχικού πόνου (Παπάνης, 2008). Το bullying προϋποθέτει την ασυμμετρία δύναμης (σωματικής ή ψυχολογικής), την ευχαρίστηση του επιτιθέμενου καθώς και την αίσθηση καταπίεσης ή ταπείνωσης από την πλευρά του θύματος.

Υπάρχουν διάφορες μορφές σχολικού εκφοβισμού, με κυριότερες τη λεκτική (υβριστικές εκφράσεις, απειλές), τη σωματική, τη σχεσιακή μορφή (κοινωνικός αποκλεισμός) και την καταστροφή περιουσίας. Ο διαδικτυακός σχολικός εκφοβισμός (Cyber Bulling), εάν και είναι ένας καινούργιος τύπος έμμεσης κυρίως θυματοποίησης, παρουσιάζει αισθητή αύξηση τα τελευταία χρόνια.

Τα στοιχεία έρευνας σε δείγμα 3.682 μαθητών της πρωτοβάθμιας και 31.602 της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που δόθηκαν στη δημοσιότητα από το Υπουργείο Παιδείας το 2015,  αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος:

Σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία που παρουσίασε ο Dan Olweus, η Ελλάδα κατέχει την 4η θέση ανάμεσα σε 41 χώρες παγκοσμίως σε φαινόμενα ενδοσχολικής βίας (Olweus, 2009). Η έναρξη των περισσοτέρων περιστατικών παρατηρείται στις πρώτες τάξεις του δημοτικού και η κορύφωσή του στην εφηβική περίοδο των 11 – 14 ετών.

Η αιτιολογία του σχολικού εκφοβισμού είναι σαφέστατα πολυπαραγοντική. Υπάρχει μια σειρά παραγόντων που περιλαμβάνει την οικογένεια, τους φίλους, την κοινότητα, το σχολείο φοίτησης, οι οποίοι φαίνεται πως διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη ενός παιδιού σε θύτη ή θύμα (Cook et al. 2010; Swearer et al. 2006; Giovazolias et al. 2010; Gorzig and Machackova 2015; Κατσαμά 2013).

Η οικογένεια αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο από τους παραπάνω παράγοντες. Η έλλειψη επικοινωνίας εντός της οικογένειας έχει παρατηρηθεί πως συμβάλλει στην εκδήλωση εκφοβιστικών συμπεριφορών, όπως και η έλλειψη στήριξης των παιδιών. Το ίδιο ισχύει και για περιπτώσεις στις οποίες τα παιδιά γίνονται μάρτυρες ενδοοικογενειακής βία ή εξάρσεων θυμού. Συχνά οι θύτες προέρχονται από οικογένεια όπου η βία, σωματική, λεκτική ή ακόμη και συναισθηματική είναι παρούσα, είτε ως μέσο επιβολής, τιμωρίας και διαπαιδαγώγησης είτε ως τρόπο επίλυσης των διαφορών μεταξύ των μελών και αναπαράγουν έτσι τρόπους κακοποιητικής συμπεριφοράς. Η αποδοχή επιθετικών αντιδράσεων από τα παιδιά και το χαμηλό επίπεδο παιδείας των γονέων φαίνεται να ευνοούν περαιτέρω την ανάπτυξη επιθετικών συμπεριφορών. Συχνά πρόκειται για οικογένειες, από τις οποίες απουσιάζει ο ένας γονέας ή στις οποίες οι αποφάσεις λαμβάνονται απολυταρχικά, κυρίως από έναν αυταρχικό πατέρα. Τα θύματα προέρχονται ορισμένες φορές από περιβάλλον αυταρχικό ή υπερπροστατευτικό, που δεν τους έχει ωθήσει στη λήψη  πρωτοβουλιών και στην ανάληψη ευθυνών, ώστε να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν ως προσωπικότητες.

Σημαντικό ρόλο παίζουν η επίδραση της κοινωνίας αλλά και του σχολείου. Η ύπαρξη φίλων λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας για τη θυματοποίηση του παιδιού. Υψηλοί δείκτες εγκληματικότητας, διακίνησης ναρκωτικών και παιδικής κακοποίησης της κοινότητας μπορούν να αποτελέσουν μια επιπλέον αιτία επιθετικής συμπεριφοράς. Επίσης, η ταύτιση της υπεροχής και της σωματικής δύναμης με τον ανδρισμό και την αρρενωπότητα αποτελούν ξεκάθαρα κοινωνικές κατασκευές. Η βία φαίνεται ότι στις μέρες μας αποτελεί ακόμη σημαντικό συστατικό της ανδρικής ταυτότητας, εξού και η υπεροχή των αγοριών ανάμεσα στην ομάδα των θυτών (Ψάλτη και Κωνσταντίνου 2007). Ως προς το σχολείο, το θετικό κλίμα μαθητών και δασκάλων και η εγγύτητα των τελευταίων προς τα παιδιά μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά.

Οι προσωπικότητες των παιδιών δεν είναι η αιτία του προβλήματος. Το παιδί- θύτης είναι συνήθως πιο ισχυρός και μπορεί να υπερέχει σωματικά ή και μυϊκά. Είναι αντιδραστικός, θέλει να ξεχωρίζει και προσπαθεί να επιβεβαιωθεί μέσα από πράξεις επιβολής και ταπείνωσης. Θεωρεί τη συμπεριφορά του ως “μαγκιά” και ανωτερότητα, η οποία του προσδίδει μία αίσθηση εξουσίας. Έχουν πολύ χαμηλό επίπεδο ενσυναίσθησης, δεν είναι δηλαδή δε θέση να αντιληφθούν τα συναισθήματα των θυμάτων ούτε να νιώσουν μεταμέλεια ή συμπόνια. Παρουσιάζουν στοιχεία ανεπάρκειας στην ηθική τους ανάπτυξη, π.χ. ως προς την έννοια του δικαίου αλλά και την απουσία του αισθήματος της ντροπής. Όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί, “δεν έχουν κανένα συναισθηματικό ενδιαφέρον για τους άλλους” (Rigby, 2008).

Τα θύματα του σχολικού εκφοβισμού είναι συνήθως παιδιά ή και έφηβοι που δεν μπορούν ή νομίζουν ότι δεν μπορούν να προστατέψουν τον εαυτό τους λόγω κάποιας σωματικής ή ψυχολογικής “αδυναμίας”. Πρόκειται για παιδιά πιο ευαίσθητα, με χαμηλούς τόνους, χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, εσωστρέφεια ή ανασφάλεια. Σύμφωνα με έρευνα των Cullingford και Brown (1995), ένα μεγάλο μέρος των θυμάτων εμφανίζει κάποιο χαρακτηριστικό, όχι απαραίτητα έντονο αλλά ικανό να τους διαφοροποιεί από το σύνολο των μαθητών και να τους απομακρύνει από τα ευρέως αποδεκτά κοινωνικά πρότυπα (π.χ. πολύ καλές επιδόσεις στο σχολείο, εθνικότητα, κάποια μορφή αναπηρίες). Χαρακτηρίζονται ως πιο μοναχικά άτομα, συχνά με ελλιπείς επικοινωνιακές δεξιότητες και δυσκολίες στην επίλυση προβλημάτων (Olweus, 1999).

Ο σχολικός εκφοβισμός έχει περαιτέρω αντίκτυπο στην προσωπικότητα των θυμάτων. Το παιδί- θύμα νιώθει ανασφάλεια, τρόμο και απομονώνεται. Βιώνει μοναξιά και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Πολλές φορές κατηγορεί τον εαυτό του ή τη διαφορετικότητά του για αυτό που βιώνει. Σε αρκετές περιπτώσεις αναπτύσσει σχολική φοβία, με άρνηση να πάει σχολείο, συχνές απουσίες και μειωμένη απόδοση. Συχνή είναι και η εμφάνιση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων όπως διαταραχές ύπνου, πονοκέφαλο, πόνους στο στομάχι, ναυτία, μειωμένη όρεξη, αίσθημα υπερβολικής κούρασης, νυχτερινή ενούρηση καθώς και έντονο άγχος. Τα παιδιά που υπέφεραν από σχολικό εκφοβισμό έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη, άγχος και αυτοκτονικές τάσεις αργότερα στη ζωή τους. Και οι θύτες ακόμη είναι πιθανό να εμφανίσουν ψυχολογικά προβλήματα όπως άγχος, διαταραχή της διάθεσης και προβλήματα συμπεριφοράς όπως η επιθετικότητα ή η παραβατικότητα.

Καθίσταται έτσι ακόμη πιο σαφές πόσο σημαντική είναι η άμεση αντίδραση του περιβάλλοντος σε περιστατικά εκφοβισμού. Είναι σημαντικό να μάθουν τα παιδιά να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και να διαχειρίζονται το θυμό τους. Είναι σημαντικό να αποκτήσουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν περιστατικά εκφοβιστικής συμπεριφοράς, ώστε να είναι πιο ενεργά στην αναφορά τους. Η πρόληψη αυτών των φαινομένων μπορεί να βασιστεί στην εκπαίδευση και τη συμβουλευτική γονέων και εκπαιδευτικών, στην ύπαρξη σχολικών ψυχολόγων, στην ανάληψη δράσεων με στόχο την καλλιέργεια της επικοινωνίας, της συνεργασίας των μαθητών, την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών και γενικότερα την καλλιέργεια παιδείας που σέβεται τη διαφορετικότητα και καταδικάζει τη βία.

Η αντιμετώπιση έπεται της πρόληψης. Οι γονείς οφείλουν να είναι παρατηρητικοί, ώστε να μπορούν να αναγνωρίσουν τυχόν σημάδια εκφοβισμού, όπως μώλωπες, σχολική άρνηση, αλλαγές στη συμπεριφορά, τάση απομόνωσης. Πρέπει να δώσουν στο παιδί, με σοβαρότητα και υπομονή, χώρο να εκφραστεί, εκφράζοντας την κατανόησή τους και δείχνοντάς του ότι μπορεί να τους εμπιστευτεί. Ο στόχος είναι να γίνει μια ανοιχτή συζήτηση. Η χρήση ιστοριών ή και παιχνιδιού μπορεί πολλές φορές να διευκολύνει την επικοινωνία. Στη συνέχεια καλούνται να διαβεβαιώσουν το παιδί πως είναι ασφαλές. Τα παιδιά πρέπει να κατανοήσουν πως δεν πρέπει να ανέχονται καμιά μορφή βίας, αποκλείοντας την ανταπόδοση ως λύση. Ενδέχεται να χρειαστεί ενθάρρυνση, τόσο ως προς την εικόνα του εαυτού του παιδιού, όσο και ως προς την κοινωνικοποίησή του. Συστήνουμε την αποφυγή της άμεσης επαφής με το παιδί- θύτη ή την οικογένειά του, προκειμένου να αποφευχθεί να διαιωνιστεί ο κύκλος της βίας. Αντίθετα πρέπει να ενημερωθεί άμεσα το σχολείο. Η επικοινωνία με επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορεί να φανεί χρήσιμη. Το παιδί πρέπει πρωτίστως να νιώσει σίγουρο για την αγάπη των γονιών του.                

Το παιδί- θύτης χρειάζεται να ανακαλύψει με τη βοήθεια των γονιών του από που πηγάζει η ανάγκη του για έλεγχο και εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς. Η απόλυτη και άνευ όρων απόρριψη της βίαιης συμπεριφοράς του και ο έπαινος όταν διαπιστωθεί προσπάθεια αλλαγής συμπεριφοράς μπορούν να βοηθήσουν. Το παιδί πρέπει να καταλάβει πόσο σοβαρό και επικίνδυνο είναι αυτό που κάνει. Είναι σημαντικό να νιώθει ασφαλές στο σπίτι και να έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί.

Το εκπαιδευτικό προσωπικό οφείλει να έχει τις απαραίτητες γνώσεις. Οι δάσκαλοι πρέπει να επιμορφώνονται διαρκώς, να είναι παρατηρητικοί και να παρεμβαίνουν εγκαίρως. Οφείλουν να αναπτύξουν ένα καλό κλίμα επικοινωνίας με τους μαθητές, να διαβεβαιώσουν το παιδί ότι θα επιληφθούν του θέματος, να ειδοποιήσουν τους γονείς και να ενημερώσουν το σχολικό ψυχολόγο αν υπάρχει.

Από το 2010 δημιουργήθηκε το «Δίκτυο Κατά της Βίας στο Σχολείο». Ο οργανισμός αυτός αποτελείται από μια σειρά φορέων και έχει ως στόχο την πρόληψη και την αντιμετώπιση της εκδήλωσης βίας μεταξύ μαθητών. Το 2012 δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Καμπάνια Κατά του Σχολικού Εκφοβισμού, με συντονίστρια ομάδα στην Ελλάδα την οργάνωση «Το Χαμόγελο του Παιδιού». Η καμπάνια έχει ως στόχο την «καταγραφή και τη διαχείριση του σχολικού εκφοβισμού, καθώς και την ενημέρωση παιδιών, γονέων και εκπαιδευτικών» (Europe’s Antibullying Campaign 2016). Το 2007 το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναγνώρισε την «Εθνική Τηλεφωνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056», η οποία στελεχώνεται από κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους.

Βιβλιογραφία:

  • Ενδοσχολική βία και σχολικός εκφοβισμός, Μερτίκα Τρίγκα Ελένη, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2015, ISBN 978-960-02-3100-7
  • Ευρωπαϊκή έρευνα για το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, Τελική έκθεση, Συντονιστής: Το Χαμόγελο του Παιδιού, Δεκέμβριος 2012
  • Σχολικός εκφοβισμός στην Ελλάδα: Η μελέτη της περίπτωσης της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Γιάννης Κουτσουράκης Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Λίζα Τσαλίκη Αθήνα, Ιανουάριος 2016
  • Πανελλήνια έρευνα για την Ενδοσχολική Βία και τον Εκφοβισμό στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, Καθηγήτρια Βασιλική Αρτινοπούλου,  Πάντειο Πανεπιστήμιο Αν. Καθηγητής Θωμάς Μπαμπάλης,  ΕΚΠΑ, Δρ.  Βασίλης Ι. Νικολόπουλος, Εκπαιδευτικός,  θήνα, Μάρτιος 2016 
  • Ανδρέου, Ε. (2007). Εκπαιδευτικό πρόγραμμα παρέμβασης για την αντιμετώπιση της επιθετικότητας και του εκφοβισμού στο δημοτικό σχολείο. Στο Ε. Μακρή-Μπότσαρη(επιμ.) Διαχείριση Προβλημάτων Σχολικής Τάξης (τόμ. Α’). Αθήνα: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
  • Αρτινοπούλου, Β. (2001). Βια στο Σχολείο. Ερευνες και Πολιτικές στην Ευρώπη. Μεταίχμιο, Αθήνα
  • Αρτινοπούλου, Β. (2009). Βία στην οικογένεια και βία στο σχολείο. Εγκέφαλος, 46(2), Αθήνα: Σύλλογος Εγκέφαλος.
  • Αρτινοπούλου, Β. (2010). Σχολική Διαμεσολάβηση. Εκπαιδεύοντας τους μαθητές στη διαχείριση της βίας και της επιθετικότητας. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
  • Georgiou, St. & Stavrinides, P. (2008). Bullies, victims, and bully-victims: psychosocial profiles and attributions styles. School Psychology International, 29 (5), 574-589.
  • Μπαμπάλης, Θ. (2011α). Η ζωή στη σχολική τάξη. Αθήνα: Διάδραση.
  • Craig, W. M., Pepler, D. J., & Blais, J. (2007). Responding to bullying: What works? International Journal of School Psychology, 28(15-24).
  • Olweus, D. (1993). Bullying at school: What we know and what we can do. Malden, MA: Blackwell Publishing.
  • Smith, P.K. & Sharp, S. (1994). School bullying: Insights and perspectives. Routledge.

1η δημοσίευση: E- psychology, https://www.psychology.gr/sholiki-psychologia/3671-ekfovismos-bullying-mia-sygxroni-mastiga.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Font Resize